Π.Γ.Ν..ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Π.Γ.Ν..ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Το κυλιόμενο ωράριο εργασίας κάνει κακό στην υγεία. Οι επιπτώσεις



 Ποια είναι η επίδραση της εργασίας με κυλιόμενο ωράριο στους δείκτες υγείας, σωματικής δραστηριότητας και ποιότητας ζωής;
Τι έχουν δείξει οι μέχρι τώρα μελέτες;

Απάντηση σε αυτά κι άλλα σχετικά ερωτήματα δίνει έρευνα των Ειρήνη Κάραλη, Χριστίνας Καρατζαφέρη και Γιώργου Σακκά, υπεύθυνου της ερευνητικής ομάδας κλινικής εργοφυσιολογίας (LIVE Lab) της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σκοπός της οποίας ήταν να ελεγχθεί εάν και σε ποιο βαθμό η εργασία σε κυλιόμενο ωράριο συντελεί στην ανάπτυξη των διαταραχών ύπνου καθώς και στη μείωση της σωματικής δραστηριότητας σε σύγκριση με τα άτομα που εργάζονται σε μόνιμο πρωινό ωράριο του ίδιου επαγγέλματος….

          Όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι μακροχρόνια εργαζόμενοι σε βάρδιες υφίστανται διαταραχές του κιρκάδιου ρυθμού και, σύμφωνα με μελέτες, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, μεταβολικού συνδρόμου και παχυσαρκίας, καθώς και ανάπτυξης γνωστικών διαταραχών και διαταραχών συμπεριφοράς κατά την ώρα της εργασίας.

         Επαγγελματίες με κυλιόμενο ωράριο, όπως οι επαγγελματίες υγείας (νοσοκομειακό ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό), μέλη των σωμάτων ασφαλείας καθώς και επαγγελματίες εστίασης, μεταφορών και τουριστικών επαγγελμάτων, πάσχουν συχνά από ημερήσια υπνηλία και έντονη κόπωση, που τους καθιστά ουσιαστικά σωματικά και ψυχολογικά απρόθυμους να ασκηθούν συστηματικά ώστε να αυξήσουν τα επίπεδα της σωματικής τους επάρκειας και να βελτιώσουν έτσι το καρδιαγγειακό τους προφίλ.

         Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν μελέτες στην παγκόσμια βιβλιογραφία για το εάν τα άτομα που εργάζονται σε κυλιόμενο ωράριο εμφανίζουν συνολικά χαμηλά επίπεδα σωματικής δραστηριότητας που θα μπορούσαν να εξηγήσουν και την εμφάνιση των μεταβολικών ασθενειών και κυρίως των υψηλών επιπέδων παχυσαρκίας.

          Η μελέτη έδειξε ότι το 75% των νοσηλευτών που εργάζονταν σε κυλιόμενο ωράριο είχαν μεγαλύτερο από το φυσιολογικό Δείκτη Μάζας Σώματος ενώ το 40% ήταν παχύσαρκοι (ΔΜΣ>30 kg/m2). Αυτό επιβεβαιώθηκε και από το γεγονός ότι τα άτομα σε κυλιόμενο ωράριο εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους από τους συναδέλφους τους σε σταθερό ωράριο. Τα επίπεδα του σωματικού λίπους συσχετίστηκαν σημαντικά με τους δείκτες ποιότητας ύπνου, οι οποίοι ήταν χειρότεροι (χαμηλότερο σκορ) στα άτομα με κυλιόμενο ωράριο. Επίσης, όλοι οι δείκτες ποιότητας ζωής ήταν χειρότεροι στα άτομα με κυλιόμενο ωράριο ενώ δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στους δείκτες σωματικής δραστηριότητας, όπως αυτοί αξιολογήθηκαν με τη χρήση επιταχυνσιόμετρων και ερωτηματολογίων μεταξύ των δύο αυτών ομάδων.

           Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πρωτότυπη επιστημονική έρευνα, οι εργαζόμενοι σε κυλιόμενο ωράριο εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα εξαιτίας κυρίως της παχυσαρκίας και όχι τυχόν μειωμένων επιπέδων σωματικής δραστηριότητας.

          Στην ουσία δεν φαίνεται να παίζουν ρόλο στα υψηλά επίπεδα παχυσαρκίας οι διαφορές στη σωματική δραστηριότητα, αλλά άλλοι παράγοντες διαταραχής του ενεργειακού ισοζυγίου και η κακή ποιότητα ύπνου που και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του μεταβολικού συνδρόμου.

           Πράγματι, στην υπό εξέταση μελέτη, τα επίπεδα σωματικού λίπους συσχετίστηκαν σημαντικά με τους δείκτες ποιότητας ύπνου δείχνοντας ότι όσο πιο κακή ήταν η ποιότητα ύπνου τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό σωματικού λίπους του εργαζόμενου ανεξάρτητα εάν εργαζόταν σε κυλιόμενο ωράριο ή όχι. Στην ουσία όμως, τα άτομα με κακή ποιότητα ύπνου ήταν κυρίως οι εργαζόμενοι σε κυλιόμενο ωράριο. Είναι σημαντικό λοιπόν, αναφέρουν οι ερευνητές, να εξεταστεί εάν τα υψηλά επίπεδα παχυσαρκίας σχετίζονται με τυχόν αλλαγές στο κιρκάδιο ρυθμό των εργαζομένων σε κυκλικό ωράριο σε κάποια μελλοντική μελέτη.

          Όσον αφορά τη μέθοδο, 40 νοσηλευτές συμμετείχαν στην παρούσα μελέτη, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες ανάλογα με το ωράριο εργασίας. Οι εθελοντές αξιολογήθηκαν μέσω ερωτηματολογίων σε παράγοντες που σχετίζονταν με την ποιότητα ζωή. Επίσης μετρήθηκαν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, η σωματική σύσταση, ενώ η ποιότητα ύπνου επιπλέον αξιολογήθηκε με τη μέθοδο της ακτιγραφίας.


          *Ο Δρ. Γεώργιος Σακκάς είναι μέλος ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής της ερευνητικής ομάδας Κλινικής Εργοφυσιολογίας της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού. Διεξάγει έρευνα σε θέματα άσκησης και υγείας με έμφαση στο πώς η συστηματική σωματική δραστηριότητα μπορεί να αποτελέσει «φάρμακο» για ασθενείς με χρόνια νοσήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου